Δευτέρα, 13 Ιανουαρίου 2014

Στην Ελλάδα τότε και τώρα


Του Κώστα Ιορδανίδη

Την επομένη του τορπιλισμού του καταδρομικού ΕΛΛΗ, στις 15 Αυγούστου 1940, ο Ιωάννης Μεταξάς κάλεσε σε έκτακτη σύσκεψη τους κατά τόπους νομάρχες του. «Κύριοι, δεχθήκαμε επίθεση από την Ιταλία. Δεν θα ανακοινώσουμε το όνομα της χώρας. Θα προπαρασκευασθούμε και εν ανάγκη θα πολεμήσουμε». Αυτά κατά την προσωπική μαρτυρία του νεότερου σε ηλικία νομάρχη, εκείνη την περίοδο.

Αντί κραυγών, διαμαρτυριών και αναθεμάτων κατά της φασιστικής Ιταλίας του Μπενίτο Μουσολίνι, η σιωπή και η αμετάκλητη απόφαση στρατιωτικής προπαρασκευής. Η επιτομή της διαχειρίσεως θεμάτων εξωτερικής πολιτικής από έναν ηγέτη της Δεξιάς. Απόρροια ενδεχομένως της φαναριώτικης πολιτικής συνέσεως, μεθοδικής προσπάθειας για άλωση εκ των έσω της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αντί της διαλύσεώς της. Ο αυθορμητισμός, η αλόγιστη σπουδή, η διακινδύνευση εν γένει ήταν χαρακτηριστικά της αντιπάλου παρατάξεως – των Φιλελευθέρων και του ηγέτη της Ελευθερίου Βενιζέλου.

Και προπαρασκευάσθηκε, σε λίγους μήνες, η Ελλάς και έφθασε η μεγάλη στιγμή, τις πρώτες πρωινές ώρες της 28ης Οκτωβρίου του 1940. Επιφανείς διανοούμενοι προσπάθησαν να ερμηνεύσουν την άρνηση του Μεταξά να υποκύψει στο τελεσίγραφο του πρέσβη της Ιταλίας. Αντί των ψυχολογικών και άλλων ερμηνειών, θα αρκεσθούμε στην ανθρωποκεντρική εκδοχή του Γ.Α. Βλάχου σε άρθρο του στην «Κ»: «Η ιταλική αυτοκρατορία εξύπνησε αιφνιδιαστικώς έναν άνθρωπον και του εζήτησε εντός τριών ωρών την Ελλάδα, και ο άνθρωπος αυτός είπεν Οχι… Αμέσως άνευ συζητήσεως, άνευ ενδοιασμού».

Η ιστορική απόφαση του Μεταξά αναίρεσε σε μία στιγμή έναν οικτρό διχασμό είκοσι πέντε και πλέον ετών, που συγκλόνισε την αστική τάξη της χώρας, με φρικτές συνέπειες και μόνον χάρη στην αποκατασταθείσα ενότητα, την εποχή εκείνη, κατέστη δυνατή η αντιμετώπιση της κομμουνιστικής ανταρσίας, λίγα χρόνια αργότερα.

Δεν θα αποδώσουμε, ωστόσο, τον πατριωτισμό ως αποκλειστική ιδιότητα στην Δεξιά και μόνον. Αναχωρητής από την ενεργό πολιτική, επιφανέστατος παράγων της Αριστεράς, από τους βασικότερους συντελεστές των γεγονότων του Πολυτεχνείου, αδυνατούσε να κατανοήσει την έλλειψη πατριωτικού λόγου κατά την παρούσα συγκυρία, στον χώρο της Αριστεράς.

«Στο Πολυτεχνείο είχαμε μαζευτεί κάθε καρυδιάς καρύδι. Την ύστατη όμως στιγμή, λίγο πριν από την εισβολή του τανκ, δύο σύμβολα συνένωσαν αυθόρμητα το ετερόκλητο εκείνο πλήθος. Η ελληνική σημαία και ο εθνικός ύμνος». Παρεμπιπτόντως ήταν τα σύμβολα που κατά κόρον είχε χρησιμοποιήσει η δικτατορία των Συνταγματαρχών. Αυτά προ ολίγων ημερών, σε φιλική συζήτηση.

Την τελευταία τριετία, η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με μία κρίση σοβαρότατη, αλλά ήσσονος σημασίας εν σχέσει με εκείνη του 1940. Αντί πατριωτικής αναφοράς, ωστόσο, που θα ένωνε τους πολίτες σε μία κοινή προσπάθεια, προεβλήθη λόγος εξόχως διχαστικός, οικονομίστικος και τεχνοκρατικός. Η Αριστερά προσήγγισε το πρόβλημα με όρους ταξικής διαπάλης, η Δεξιά και το σοσιαλιστικό Κέντρο αφού πέρασαν από φάση μίσους και σπαραγμού συνεκολλήθησαν τυπικά. Επί της ουσίας, η χώρα διέρχεται προεμφυλιακή περίοδο. Δεν είναι κατά συνέπεια προς απορία ότι οδηγούμεθα εις κατάπτωση, αντί σε ένα νέο Αλβανικό Επος.

Share

0 Comments:

Δημοσίευση σχολίου